ερπυστής

ἑρπυστής και μτγν. τ. ἑρπηστής, ο (Α) [ερπύζω]
(για παιδί που ερπύζει) αυτό που σέρνεται, που έρπει.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑρπυστής — a crawling child masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυστοῦ — ἑρπυστής a crawling child masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυστῇ — ἑρπυστής a crawling child masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυστήν — ἑρπυστής a crawling child masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυστῶν — ἑρπυστής a crawling child masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυστάς — ἑρπυστά̱ς , ἑρπυστής a crawling child masc acc pl ἑρπυστά̱ς , ἑρπυστής a crawling child masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερπύστρια — Όργανο που αποτελείται από πολλά στοιχεία (μεταλλικά ή από καουτσούκ) κινητά το ένα ως προς το άλλο, κλειστό γύρω από τον εαυτό του. Τοποθετείται συνήθως σε αυτοκίνητα οχήματα για να κάνει περισσότερο ευχερή την πορεία τους σε εδάφη ολισθηρά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.